圣经文本

 

Γένεση第38章

学习

   

1 Και κατ' εκεινον τον καιρον κατεβη ο Ιουδας απο των αδελφων αυτου και ετραπη προς ανθρωπον τινα Οδολλαμιτην ονομαζομενον Ειρα.

2 Και ειδεν εκει ο Ιουδας την θυγατερα τινος Χαναναιου, ονομαζομενου Σουα· και ελαβεν αυτην και εισηλθε προς αυτην.

3 Η δε συνελαβε, και εγεννησεν υιον· και εκαλεσε το ονομα αυτου Ηρ.

4 Συνελαβε δε παλιν και εγεννησεν υιον· και εκαλεσε το ονομα αυτου Αυναν.

5 Εγεννησε δε παλιν και αλλον υιον· και εκαλεσε το ονομα αυτου Σηλα· ητο δε ο Ιουδας εν Χασβι, οτε εγεννησε τουτον.

6 Και ελαβεν ο Ιουδας γυναικα εις τον Ηρ τον πρωτοτοκον αυτου, ονομαζομενην Θαμαρ.

7 Ο Ηρ δε ο πρωτοτοκος του Ιουδα εσταθη κακος εμπροσθεν του Κυριου· και εθανατωσεν αυτον ο Κυριος.

8 Ειπε δε ο Ιουδας προς τον Αυναν· εισελθε προς την γυναικα του αδελφου σου, και νυμφευθητι αυτην, και αναστησον σπερμα εις τον αδελφον σου.

9 Αλλ' ο Αυναν ηξευρεν, οτι το σπερμα δεν ηθελεν εισθαι ιδικον του· δια τουτο, οτε εισηρχετο προς την γυναικα του αδελφου αυτου, εξεχυνεν επι την γην, δια να μη δωση σπερμα εις τον αδελφον αυτου.

10 Και τουτο το οποιον επραττεν εφανη κακον εμπροσθεν του Κυριου· οθεν εθανατωσε και τουτον.

11 Και ειπεν ο Ιουδας προς την Θαμαρ την νυμφην αυτου, Καθου χηρα εν τω οικω του πατρος σου, εωσου Σηλα ο υιος μου γεινη μεγαλος· διοτι ελεγε, Μηπως αποθανη και ουτος, καθως οι αδελφοι αυτου. Υπηγε λοιπον η Θαμαρ και κατωκησεν εν τω οικω του πατρος αυτης.

12 Και μετα πολλας ημερας απεθανεν η θυγατηρ του Σουα, η γυνη του Ιουδα· και αφου παρηγορηθη ο Ιουδας, ανεβη προς τους κουρευτας των προβατων αυτου εις Θαμνα, αυτος και ο φιλος αυτου Ειρα ο Οδολλαμιτης.

13 Και ανηγγειλαν προς την Θαμαρ, λεγοντες, Ιδου, ο πενθερος σου αναβαινει εις Θαμνα δια να κουρευση τα προβατα αυτου.

14 Η δε απεκδυθεισα τα ενδυματα της χηρειας αυτης, εσκεπασθη με καλυμμα και περιετυλιχθη και εκαθισε κατα την διοδον την εν τη οδω της Θαμνα· διοτι ειδεν οτι εγεινε μεγαλος ο Σηλα, και αυτη δεν εδοθη εις αυτον δια γυναικα.

15 Και οτε ειδεν αυτην ο Ιουδας, ενομισεν αυτην πορνην· διοτι ειχε κεκαλυμμενον το προσωπον αυτης.

16 Και κατα την οδον ετραπη προς αυτην, και ειπεν, Αφες με, παρακαλω, να εισελθω προς σε· διοτι δεν εγνωρισεν οτι ητο η νυμφη αυτου. Η δε ειπε, Τι θελεις μοι δωσει, δια να εισελθης προς εμε;

17 Ο δε ειπεν, Εγω θελω σοι στειλει εριφιον αιγων εκ του ποιμνιου. Και εκεινη ειπε, Μοι διδεις ενεχυρον, εωσου να στειλης αυτο;

18 Ο δε ειπε, Τι ενεχυρον να σοι δωσω; Και εκεινη ειπε, την σφραγιδα σου και το περιδερραιον σου και την ραβδον σου την εν τη χειρι σου. Και εδωκεν αυτα εις αυτην και εισηλθε προς αυτην, και συνελαβεν εξ αυτου.

19 Μετα ταυτα σηκωθεισα, ανεχωρησε και απεκδυθεισα το καλυμμα αυτης, ενεδυθη τα ενδυματα της χηρειας αυτης.

20 Ο δε Ιουδας εστειλε το εριφιον των αιγων δια χειρος του φιλου αυτου του Οδολλαμιτου, δια να παραλαβη το ενεχυρον εκ της χειρος της γυναικος· πλην δεν ευρηκεν αυτην·

21 και ηρωτησε τους ανθρωπους του τοπου αυτης, λεγων, Που ειναι η πορνη, ητις ητο κατα την διοδον επι της οδου; οι δε ειπον, Δεν εσταθη εδω πορνη.

22 Και επεστρεψε προς τον Ιουδαν και ειπε, Δεν ευρηκα αυτην· μαλιστα οι ανθρωποι του τοπου ειπον, Δεν εσταθη εδω πορνη.

23 Και ειπεν ο Ιουδας, Ας εχη αυτα, δια να μη γεινωμεν ονειδος· ιδου, εγω εστειλα το εριφιον τουτο, συ ομως δεν ευρηκας αυτην.

24 Και μετα τρεις μηνας περιπου, ανηγγειλαν προς τον Ιουδαν, λεγοντες, Θαμαρ η νυμφη σου επορνευθη, και μαλιστα, ιδου, ειναι εγκυος εκ πορνειας. Και ειπεν ο Ιουδας, Φερετε αυτην εξω και ας κατακαυθη.

25 Και οτε εφερετο εξω, απεστειλε προς τον πενθερον αυτης, λεγουσα, Εκ του ανθρωπου, του οποιου ειναι ταυτα, ειμαι εγγυος· και ειπεν ετι, Γνωρισον, παρακαλω, τινος ειναι η σφραγις και το περιδερραιον, και η ραβδος αυτη.

26 Και ο Ιουδας εγνωρισεν αυτα· και ειπεν, Αυτη ειναι δικαιοτερα εμου, διοτι δεν εδωκα αυτην εις τον Σηλα τον υιον μου. Και ετι πλεον δεν εγνωρισεν αυτην.

27 Και καθ' ον καιρον εμελλε να γεννηση, ιδου, διδυμα εν τη κοιλια αυτης.

28 Και ενω εγεννα, το εν επροβαλεν εξω την χειρα· και η μαια λαβουσα, εδεσεν επι την χειρα αυτου νημα κοκκινον, λεγουσα, Ουτος εξηλθε πρωτος.

29 Και καθως εσυρεν οπισω την χειρα αυτου, ιδου, εξηλθεν ο αδελφος αυτου· και αυτη ειπε, Ποιον χαλασμον εκαμες; επι σε ας ηναι ο χαλασμος· δια τουτο εκαλεσθη το ονομα αυτου Φαρες.

30 Και επειτα εξηλθεν ο αδελφος αυτου, οστις ειχε το κοκκινον νημα επι την χειρα αυτου· και εκαλεσθη το ονομα αυτου Ζαρα.

   

来自斯威登堡的著作

 

Arcana Coelestia#5023

学习本章节

  
/10837  
  

5023. 'Until his lord came to his house' means so that it might communicate with natural good. This is clear from the meaning of 'lord' as unspiritual natural good, dealt with in 4973, 4988. 'House' in the internal sense is the natural mind, for the natural mind, like the rational mind also, resembles a house. 'The husband' in it is good, 'the wife' truth; 'the daughters and sons' are affections for good and truth, as well as being forms of good and truth which are begotten from that aforesaid good and truth as their parents, while 'the women servants and the men servants' are the desires and the known facts that minister to and support them. Here therefore 'until his lord came to his house' means when natural good comes to its own dwelling-place, where also there is the truth that is joined to it, though in this case it is falsity which convinces the good that it is truth. For unspiritual natural good is easily convinced that falsity is truth and that truth is falsity. The expression 'his lord' is used because the unspiritual natural looks on the spiritual as something servile, 5013.

[2] The fact that a person's natural mind, like his rational mind, is called 'a house' is evident from the following places:

In Luke,

When the unclean spirit has gone out of a person he passes through dry places seeking rest; and if he does not find any he says, I will return to my house out of which I came. And if when he comes he finds it swept and decorated, he goes away and brings seven other spirits more evil than himself, and they enter in and dwell there. Luke 11:24-26.

'House' here stands for the natural mind, which is called a house that is 'empty and swept' 1 when there are no forms of good and truth in it meant by 'husband and wife', no affections for good and truth meant by 'daughters and sons', nor anything such as supports these meant by 'women servants and men servants'. The person himself is 'the house' because the rational mind together with the natural mind constitutes a human being. Without the inhabitants just mentioned - that is, without the forms of good and truth, and without the affections for these, and the service rendered by those affections - a person is not a human being but a beast.

[3] The human mind is again meant by 'a house' in the same gospel,

Every kingdom divided against itself is laid waste, and house falls upon house. Luke 11:17.

And in Mark,

If a kingdom is divided against itself, this kingdom cannot stand. Also, if a house is divided against itself, this house cannot stand. No one can go into the house and plunder the vessels of a strong man unless he first binds the strong man, and then he may plunder his house. Mark 3:14, 25, 27.

'Kingdom' means truth, 1672, 2547, 4691, and 'house' good, 2233, 2234, 3720, 4982, 'house' meaning good on account of its greater importance.

[4] In Luke,

If the householder had known at what hour the thief was coming he would certainly have been awake and would not have permitted his house to be broken into. Luke 12:39.

In the same gospel,

From now on there will be in one house five divided, three against two, and two against three. Father will be divided against son and son against father, mother against daughter and daughter against mother. Luke 12:52-53.

This refers to the spiritual conflicts which members of the Church enter into once the internal or spiritual contents of the Word have been opened up to them. 'House' stands for the actual person or his mind, while the 'father', 'mother', 'son', and 'daughter' in it are forms of good and truth together with affections for these, or in the contrary sense evils and falsities together with affections for these, which are the source of conflict and the things to be grappled with in such conflict.

[5] The Lord commanded His disciples, in Luke,

Whatever house you enter, first say, Peace be to this house! And if indeed a son of peace is there, your peace shall rest on it; but if not, it shall return to you. But remain in the same house; eat and drink what they have there. Do not pass on from house to house. Luke 10:5-7.

This represented the requirement for them to remain with genuine good, that is, with the good of love to the Lord and of charity towards the neighbour, and not to pass on to any other kind. For more about the actual person or his mind being meant by 'a house', see also 3538, 4973.

脚注:

1. empty and swept belongs to Matthew 12:44.

  
/10837  
  

Thanks to the Swedenborg Society for the permission to use this translation.

圣经文本

 

Mark第3章:25

学习

       

25 If a house is divided against itself, that house cannot stand.